Η Αίγυπτος είναι ο τόπος στον οποίο γεννήθηκε και από τον οποίο εξαπλώθηκε ο αναχωρητικός μοναχισμός. Δεδομένης της υψηλής θρησκευτικότητας του αιγυπτιακού λαού κατά την αρχαιότητα και της ιδιοτυπίας του τοπίου της ερήμου, η απομόνωση και η ησυχία που πρόσφερε η έρημος ήταν ένα υψηλό κίνητρο για εκείνον που διακατεχόταν από μεταφυσική αγωνία και ενοχλείτο από τον θόρυβο της κοσμικής ζωής.

Κινούμενοι από υψηλά ή και ταπεινά κίνητρα άνδρες και γυναίκες κάθε ηλικίας και κοινωνικής τάξης προσέτρεξαν να κατοικήσουν σε ερημικές περιοχές, ανέγγιχτες από τον πολιτισμό, προκειμένου να αφιερωθούν στις πνευματικές επιδιώξεις τους. Οι αναχωρητές της αιγυπτιακής ερήμου φαίνεται ήταν στην πλειονότητά τους Κόπτες χωρικοί, δηλαδή άνθρωποι λίγο ή πολύ εξοικειωμένοι με τις δυσκολίες του τοπίου όπου τελικά εμόνασαν. Αυτό αντανακλάται ιδιαίτερα στα ονόματα που απαντώνται σε συλλογές όπως τα Αποφθέγματα των αγίων Γερόντων ή η Λαυσαϊκή Ιστορία –όπως Αμμούν, Ματώης, Παμβώ, Παφνούτιος, κ.ά.- και είναι στη μεγάλη τους πλειονότητα Κοπτικά.

Το παλαιότερο μοναστήρι λέγεται ότι είναι αυτό του Άγ. Αντωνίου, που ιδρύθηκε το 356 μ.Χ. κοντά στην Ερυθρά θάλασσα, στην Αίγυπτο.

Εκτός από την Αίγυπτο, όμως, η φλόγα της αναχώρησης διαδόθηκε στην παρακείμενη Παλαιστίνη και από εκεί στη Συρία. Η περιοχή όπου παρατηρήθηκε μεγάλη συγκέντρωση αναχωρητών στην Παλαιστίνη ήταν η έρημος της Ιουδαίας, στην περιοχή που καθορίζεται γεωγραφικά μεταξύ της Ιερουσαλήμ δυτικά, του ποταμού Ιορδάνη και της Νεκρής θάλασσας ανατολικά. Χαρακτηριστικό των αναχωρητών της περιοχής αυτής ήταν η ποικίλη προέλευσή τους. Σε μια μόνον περιοχή γειτονική των Αγίων Τόπων, ήδη από την τρίτη ή τέταρτη δεκαετία του 4ου αιώνα συγκεντρώνεται ένα ετερόκλητο πλήθος αναχωρητών.

Στη Συρία, όπου το τοπίο της υπαίθρου είναι φιλικότερο από εκείνο της Αιγύπτου ή της Ιουδαίας, οι άγιοι ασκητές, -κατά κανόνα γηγενείς- δεν βίωναν την απόλυτη απομόνωση από το χωριό ή την πόλη. To ίδιο συνέβη και τους επόμενους αιώνες, όταν το αναχωρητικό φαινόμενο πέρασε από την Ανατολή στη Μικρά Ασία και την Ελλάδα. Αν και οι ασκητές συγκεντρώνονταν σε συγκεκριμένους τόπους, κυρίως άγια όρη, δεν έπαψε να υφίσταται και μια επαφή με τα μεγάλα άστεα, κυρίως την Κωνσταντινούπολη. Από το όρος Όλυμπος Βιθυνίας όπου έχουμε τις πρώτες μαρτυρίες για την εγκατάσταση αναχωρητών, οι ασκητές πέρασαν διαδοχικά στο όρος Κυμινάς και κατόπιν στα όρη Λάτμος και όρος Γαλήσιον των δυτικών ακτών της μικρασιατικής γης. Από τα τέλη του 8ου αιώνα έχουμε και τις πρώτες μαρτυρίες αναχωρητών στην Ελλάδα, κυρίως στο Άγιον Όρος και τα Μετέωρα.

Το δεύτερο στοιχείο που διέκρινε τον αναχωρητή από τον πρότερο κοσμικό βίο ήταν το ένδυμα, που υποδήλωνε και τη στροφή του προς τη νέα ζωή. Η απόρριψη του κοσμικού ενδύματος στην ακραία μορφή της, ήταν απόρριψη των ενδυμάτων καθ’ ολοκληρίαν. Στις πηγές αναφέρονται πολλοί αναχωρητές που έζησαν το υπόλοιπο του μοναστικού βίου τους γυμνοί με μακριά μαλλιά και γενειάδα. Ο γενικός κανόνας, ωστόσο, ήταν η απέκδυση από του κοσμικού ενδύματος και η ένδυση του αγγελικού σχήματος, του μοναχικού δηλαδή ενδύματος, εθιμική προσφορά συνήθως του συνήθως ενός γέροντα προς τον νέο μοναχό. Στο αγγελικό σχήμα, διαμορφωμένο ήδη από τον 4ο αιώνα, περιλαμβανόταν η μηλωτή, η ζώνη, ο ανάλαβος (επωμίδα, ωμοφόριο) και το κουκούλιον. Μετά την εγκατάσταση πολλών αναχωρητών στις ερήμους της Ανατολής, το αναχωρητικό σχήμα μαζί με την κουρά έγιναν τα βασικά σύμβολα του τελετουργικού εισδοχής στη μοναστική ζωή.

Αναχωρητικός μοναχισμός
Share this...
Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *